Πρόνοια

Η Πρόνοια είναι μία από τις πλέον ιστορικές γειτονιές του Ναυπλίου στην Αργολίδα, στους πρόποδες του Παλαμηδίου.

Αν και η περιοχή ήταν κατοικημένη και επί Ενετοκρατίας από Έλληνες, στην πλειοψηφία τους εργάτες, αργότερα εγκαταλείφθηκε.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης Τουρκοκρατίας, λόγω της σκληρής στάσης των Τούρκων απέναντι στους Έλληνες του Ναυπλίου, οι μόνες ιεροπραξίες που επιτρέπονταν ήταν εκεί, που θεωρούνταν εκτός πόλης. Εκεί εκκλησιάζονταν οι Έλληνες και οι χριστιανοί του Ναυπλίου, στο εκκλησάκι των Αγίων Πάντων που φιλοξενούσε και το νεκροταφείο.

Η Πρόνοια αποτέλεσε τον πρώτο οργανωμένο προσφυγικό συνοικισμό της χώρας που δημιούργησε ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας για να στεγάσει Κρήτες και άλλους πρόσφυγες που έφταναν τότε στην πόλη. Μάλιστα, ο ίδιος ο Κυβερνήτης «βάφτισε» το προάστιο, δίνοντάς του το όνομα Πρόνοια.

Στην Πρόνοια έζησαν στη συνέχεια και πολλοί Βαυαροί στρατιωτικοί με τις οικογένειές τους, ακόλουθοι του Όθωνα όταν εκείνος έφτασε στην Ελλάδα το 1833. Οι Βαυαροί προσεβλήθησαν από επιδημία τύφου και πολλοί πέθαναν. Η ταφή τους στο νεκροταφείο μπροστά από την εκκλησία των Αγίων Πάντων ονομάστηκε τότε «βαυαρικά μνήματα». Στο σημείο είναι σήμερα το περίφημο Λιοντάρι των Βαυαρών, το γλυπτό μνημείο λαξευμένο ππάνω στο βράχο από το Γερμανό γλύπτη Σίγκελ με δαπάνες του βασιλιά Λουδοβίκου, πατέρα του Όθωνα.

Η Πρόνοια ήταν τόπος κατοικίας του εργατικού δυναμικού του Ναυπλίου, αφού μεγάλο μέρος του προσωπικού του εργοστασίου «ΚΥΚΝΟΣ» κατοικούσε στην περιοχή μέχρι το κλείσιμό του.

Τη δεκαετία του 1990 πολλοί παλιοί κάτοικοι της Πρόνοιας μετακινήθηκαν προς τις εργατικές κατοικίες, που τότε κατασκευάστηκαν, ενώ, στα σπίτια που άδειασαν, εγκαταστάθηκαν οικονομικοί μετανάστες.

Σήμερα η Πρόνοια επεκτείνεται βόρεια και ανατολικά του Ναυπλίου και «ανακαινίζεται», με τα παλιά, μικρά σπίτια να δίνουν τη θέση τους σε σύγχρονα οικοδομήματα, δίχως να αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία του οικισμού.