Καντάδες

Οι καντάδες, τα ερωτικά κατά κύριο λόγο τραγούδια που σιγοτραγουδάνε συνήθως τα βράδια οι νέοι συνοδεία οργάνων – λύρας – δεν τα συναντάμε μόνο στα Χανιά, αλλά στον τόπο αυτό η παράδοση ακόμα «καλά κρατεί».

Η λέξη καντάδα στα ελληνικά σημαίνει νυκτωδία και προέρχεται από την ιταλική λέξη canto που σημαίνει τραγουδώ. Παρότι η προέλευση της λέξης είναι ιταλική, η καντάδα ως πράξη είναι μια συνήθεια που φαίνεται να προέρχεται από την αρχαιότητα και ειδικά από το νησί της Κρήτης.

Η συνήθεια αυτή των νέων της Κρήτης να περπατούν στους δρόμους παίζοντας διάφορα όργανα και τραγουδώντας ερωτικά δίστιχα συνδέεται άμεσα με τη μαντινάδα. Όμως η μαντινάδα με τον ομοιοκατάληκτο 15σύλλαβο στίχο είναι πρωινή καντάδα με ποικίλο περιεχόμενο όχι αποκλειστικά ερωτικό.

Οι καντάδες αναφέρονται συχνά στα κείμενα της κρητικής λογοτεχνίας, επιβεβαιώνοντάς μας ιστορικά ότι η συνήθεια της καντάδας είναι παλαιότατη στην Κρήτη.

Η πιο γνωστή μαρτυρία για τις καντάδες είναι αυτή του Ερωτόκριτου, ο οποίος παίζει τις νύχτες λαγούτο και τραγουδά ερωτικά τραγούδια για την Αρετούσα έξω από το παλάτι:

«Τ’ άκουσες, Αρετούσα μου, τα θλιβερά μαντάτα;

ο Kύρης σου μ’ εξόρισε σ’ τση ξενιτιάς τη στράτα;

Tέσσερις μέρες μοναχάς μου ‘δωκε ν’ ανημένω,

κι από ‘κει να ξενιτευτώ, πολλά μακρά να πηαίνω.

Kαι πώς να σ’ αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,

και πώς να ζήσω δίχως σου στο χωρισμόν εκείνο;»

Οι καντάδες δεν είναι είδος διασκέδασης, είναι σίγουρο όμως το τραγουδιστικό ξέσπασμα του ερωτικού καημού των παλληκαριών.