Άγαλμα Ανδρέα Λασκαράτου

Τοποθετημένο στην παραλία του Ληξουρίου, το άγαλμα του σατυρικού ποιητή Ανδρέα Λασκαράτου, είναι πια σήμα κατατεθέν της πόλης.

Ο Ανδρέας Τυπάλδος Λασκαράτος γεννήθηκε το 1811 στο Ληξούρι. Γόνος εύπορης οικογένειας, είχε την ευκαιρία να σπουδάσει νομικά στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Το επάγγελμα που σπούδασε δεν το άσκησε παρά στο ελάχιστο, καθώς ακολούθησε την κλήση του στο γράψιμο: εκτός από το σπουδαίο ποιητικό του έργο, εργάστηκε ως δημοσιογράφος, γράφοντας συνήθως λιβελογραφήματα. Ως αποτέλεσμα της ανυπότακτης ζωής και δράσης του –δεν άφηνε καμιά υποκρισία εκ μέρους πολιτικών και θρησκευτικών αρχών «να πέσει κάτω»- αφορίστηκε από την εκκλησία και αναγκάστηκε να ζήσει στην εξορία μεγάλο μέρος της ζωής του: Ζάκυνθος (όπου εξέδωσε την εφημερίδα «Λύχνος»), Λονδίνο, Κέρκυρα, μερικοί μόνο σταθμοί. Ποτέ δεν ξέχασε την Κεφαλονιά, καθώς παρόλο τον πόλεμο που υφίστατο στην πατρίδα του, πάντα γυρνούσε εδώ. Παντρεύτηκε την επίσης Κεφαλονίτισσα Πηνελόπη Κοργιαλένεια με την οποία απέκτησε δύο γιους και επτά κόρες. Πέθανε στο Αργοστόλι το 1901.

Ο Ανδρέας Λασκαράτος έμεινε γνωστός κυρίως για τα καυστικά, σατιρικά του ποιήματα, που αναγνωρίζονται σήμερα ως κορυφαίο δείγμα αυτού του τύπου της γραφής, αλλά και για το ανυπότακτο πνεύμα του, που σε κανένα στάδιο της ζωής του δεν δέχθηκε να συμβιβαστεί. Καταγράφεται ως ένας από τους οξυδερκέστερους Κεφαλονίτες και από τους σημαντικότερους ποιητές της νεοελληνικής γραμματείας.

Το χάλκινο άγαλμα του Λασκαράτου φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη Θανάση Απάρτη το 1961.  Το γεγονός πως έχει τοποθετηθεί με κατεύθυνση τέτοια ώστε να κοιτάζει το Ληξούρι, έχοντας στραμμένη την πλάτη του στο Αργοστόλι, εκφράζει ακόμη και με αυτό τον τρόπο την «αιώνια κόντρα» των δύο μεγάλων πόλεων του νησιού.

Ακολουθεί απόσπασμα από ένα από τα γνωστότερα ποιήματά του, «Γιατί τὰ τάλαρα τὰ λένε τάλαρα»

Ὅντις ἔπλασε ὁ Θειὸς τὴν Οἰκουμένη,

τὸ Ληξούρι, καὶ τόσους ἄλλους τόπους,

εἶπε στὸ νοῦ του: Ἄ! τώρα δὲ μοῦ μένει

πάρι νὰ πλάσω, γέ μου, καὶ τσ᾽ ἀθρώπους».

Κ᾽ ἐκεῖ ποὺ κράταε τὸν Ἀδὰμ στερνόνε,

τοὖπε: «Σὺ νἆσαι, Ἀδάμ, τὸ ζῶ᾽ τῶ ζῶνε!

 

«Ἤγουν, νἆσαι καλύτερος ἀπ᾽ ὅλα,

νἄχῃς τὸ γάϊδαρο ἀπὸ κάτουθέ σου,

νὰ θρέφεσαι μπαρμπούνι και τριόλα,

νἆνε ᾑ λαγκάδες ὅλες ἐδικές σου·

Οἱ σκύλοι ταπεινοὶ νὰ σὲ ὑπακοῦνε,

καὶ γιὰ σένανε ᾑ κόττες νὰ γεννοῦνε».

 

«Βάνω στὴν ἐξουσία σου τὰ σπανάκια,

ἄν θέλῃς νὰ τὰ κάνῃς τσιγαρίδι·

γιὰ σένανε φυτεύω ῥαπανάκια,

ἐσὺ νὰ τρῶς τὸ μῆλο καὶ τὸ ἀπίδι.

Ὅλα νὰν τἄχῃς χωρὶς νὰ κοπιάζῃς,

καὶ σ᾽ ἀγαπάω πολύ, γιατὶ μοῦ μοιάζεις».

 

Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το ποίημα εδώ.