Συνεννοηθείτε στα… «Θιακά»

Με τη γνωστή τραγουδιστή χροιά της γλώσσας των Επτανήσων, οι Ιθακήσιοι διατηρούν μέχρι σήμερα λέξεις και φράσεις της παράδοσής τους. Η επιρροή της Ενετοκρατίας είναι βέβαια σαφής, ενώ κάποιες λέξεις μοιάζουν πολύ περισσότερο με λατινικά, παρά με ελληνικά… Για να μπείτε στην αυλή ενός σπιτιού για παράδειγμα, θα ανοίξετε το «πορτόνι» (=εξωτερική πόρτα συνήθως αυλής ή κήπου). Αν σας πουν «θα σκωθούμε μπονόρα», ετοιμαστείτε για πολύ πρωινό ξύπνημα, ενώ αν σας ζητήσουν κάτι «μπιστιού», σημαίνει δανεικά (συνήθως πάντως, όχι αγύριστα, οι Θιακοί έχουν «μπέσα» όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα!). Κάτι που «κουρταλάει», χτυπάει μέσα σ’ ένα δοχείο και κάνει θόρυβο και όταν κάτι «ριπιστεί», φέρτε σφουγγαρίστρα να τα μαζέψουμε – αυτό το κάτι, χύθηκε… «Ξεμοτόχου» θα πει «επίτηδες» και αν ακούσετε «τόμου έρτετε» σημαίνει «όταν έρθετε». Αν σας πουν να σας«φιλέψουν κομιντόρια, μορόπουλα και ρουμάνες από το μποστάνι», μη σκεφτείτε καν να αρνηθείτε ντόπιες ντομάτες, κολοκυθάκια και μαρούλια! Οι Θιακοί ακόμα, στην καθημερινή τους ομιλία, χρησιμοποιούν συχνά το μόριο «γε», χωρίς να έχει όμως ξεχωριστή σημασία: πχ. «Τι κάνεις γε;», «Είδες γε;», «Πάμε γε» κλπ.

Εδευτού = Εκεί

Εδεπά = Εδώ

Αϊπάνου = Πάνω

Αϊπάνουθε = Από πάνω

Σκαλτσούνι = Κάλτσα

Σφίγκλα = Μικρή καρφίτσα

Σκουτιά = Ρούχα

Συρταρόλι = Παντόφλα ανοιχτή στο πίσω μέρος

Νίβομαι = Πλένω το πρόσωπο μου

Σκαλούνι = Σκαλοπάτι

Κουρλός = Τρελός

Καθήκλα = Καρέκλα

Κατζέλο = Συρτάρι

Μεσάλι = Τραπεζομάντιλο

Τουβαέλι = Πετσέτα του φαγητού

Μπόλια = Πετσέτα

Δελέγκου = Γρήγορα

Πορτόνι = Εξωτερική πόρτα αυλής ή κήπου

Μπονόρα = Νωρίς το πρωί

Μπιστιού = Δανεικά

Κουρταλάω = Κάνω θόρυβο χτυπώντας σε κάτι

Ξεμοτόχου = Επίτηδες

Τόμου = Όταν

Κομιντόρια = Ντομάτες

Μορόπουλα = Κολοκυθάκια

Ρουμάνες = Μαρούλια